ἐρεύθω

ἐρεύθ-ω, [tense] aor. 1 inf.
A

ἐρεῦσαι Il.

(v. infr.):—make red, stain with red,

αἵματι γαῖαν 11.394

;

γαῖαν ἐρεῦσαι αὐτοῦ ἐνὶ Τροίῃ 18.329

;

βωμὸν φόνοισι Pythag.

ap. S.E. M.9.128:—[voice] Pass., to be or become red, Sapph.93, Hp.Epid.2.3.1, Morb. Sacr.15, Theoc.17.127 ; [ἀστὴρ]

καλὸν -όμενος A.R.1.778

.
II intr. in [voice] Act., ἔρ]ευθε φώτων [

αἵμα] τι γαῖα B.12.152

;

τὸ πρόσωπον ἐ. Hp. Morb.4.38

. (ONorse rjóþa, OE. réodan 'redden', OE. réad 'red' ; v. ἐρυθρός.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρεύθω — make red pres subj act 1st sg ἐρεύθω make red pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερευθώ — ἐρευθῶ, έω (Α) [έρευθος] είμαι ή γίνομαι κόκκινος, κοκκινίζω …   Dictionary of Greek

  • ερεύθω — ἐρεύθω (Α) 1. κάνω κάτι ερυθρό, τό κοκκινίζω, τό χρωματίζω κόκκινο («ὁ δὲ θ’ αἵματι γαῑαν ἐρεύθων» Ομ. Ιλ.) 2. (αμτβ.) είμαι ή γίνομαι ερυθρός, κοκκινωπός, κοκκινίζω («τὸ πρόσωπον ἐρεύθει», Ιπποκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Θεματικός ενεστώτας που αντιστοιχεί… …   Dictionary of Greek

  • ἐρευθομένων — ἐρεύθω make red pres part mp fem gen pl ἐρεύθω make red pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρευθόμενον — ἐρεύθω make red pres part mp masc acc sg ἐρεύθω make red pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεύθου — ἐρεύθω make red pres imperat mp 2nd sg (attic epic doric) ἐρεύθω make red imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔρευθε — ἐρεύθω make red pres imperat act 2nd sg ἐρεύθω make red imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔρευθον — ἐρεύθω make red imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἐρεύθω make red imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρευθομένη — ἐρεύθω make red pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρευθομένην — ἐρεύθω make red pres part mp fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρευθομένης — ἐρεύθω make red pres part mp fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.